Ό πατέρας μου σταμάτησε τη δουλειά του καρβουνιάρη για καλύτερα κι αρχίνησε να πλέκει κάτι καλάθια, κάτι κοφίνια, κάτι πανέρια. Μ' έπαιρνε μαζί του και τα πουλούσαμε. Και πού ήταν φουκαράς, μόνος του έπρεπε να μαζεύει τα υλικά για τη δουλειά του, για να τα φέρει στο σπίτι να τα πλέξει. Μαζί στα ποτάμια εγυρίζαμε, από ποταμό σε ποταμό να μαζεύουμε βέργες από λυγαριές και σκίνους και χαρουπιές. Τα ποτάμια πού πηγαίναμε για λυγαριές, Πάος, Γαλισάς, ενωνόντουσαν. Μυρίζανε τα σχίνα. Ο γέρος έκοβε, και γω κάτω από μια συκιά μαδούσα τα φύλλα. Αφού μαζεύαμε τις βέργες, τις κάναμε δέματα. Ένα δέμα απάνω κάτω σαράντα οκάδες ο πατέρας και ένα μικρότερο δέμα για μένα δεκαπέντε ως είκοσι οκάδες. Ήμουνα δεμένο παιδάκι. Από τον Γαλισά το χωριό εφορτωνόμαστε και οι δυο μέχρι την Απάνω Χώρα της Άνω Σύρος δυο δυόμισι ώρες δρόμο, τα κουβαλούσαμε.
Ξυπόλητος, νηστικός πεινασμένος, γδύμια, και με λυπότανε ο πατέρας. Εφοβότανε μην πάθω πού φορτωνόμουνα κι εγώ πάλι τον λυπόμουνα τον πατέρα μου που βόγγαγε κι εκείνος φορτωμένος, κι αν ήταν δυνατό να φορτωθώ περισσότερο να τον ξαλαφρώσω. Έπρεπε να εξοικονομήσουμε τα προς το ζην και να μεγαλώσουμε τα παιδιά, δηλαδή τον Λεονάρδο και τον Φραγκίσκο. Μάλιστα θυμάμαι ένα περιστατικό με τον πατέρα μου ο όποιος με λυπότανε τώρα εμένα. Μου έκανε ένα μάτσο να με φορτώσει κι όλη την ώρα στο δρόμο γύρναγε και με ρώταγε κουράστηκες, κουράστηκες; Και γώ του ’δινα του πατέρα μου ζωή και του ’λεγα μπαμπά όχι, δεν εκουράστηκα. Όχι. Είμαι καλά. Και τον ελυπόμουνα τόσο πολύ τον πατέρα μου πού δεν έχετε ιδέα πόσο πολύ τον ελυπόμουνα. Εκείνος λυπότανε έμενα. Πού εγώ τί είχα; Ενώ εκείνος; Δεν είχαμε τα μέσα να πάρουμε ένα ζώο, ένα γάιδαρο να τον φορτώνουμε, να τα βάζουμε επάνω και να ’ρχόμαστε.
Και πηγαίναμε απάνω και μαζεύαμε σαλιγγάρια, διάφορα πράματα τα όποια τα φέρναμε για να φάμε, κι άλλα διάφορα πράματα από τούς κήπους του δίναν τοΰ πατέρα μου γιατί ήταν καλός άνθρωπος και τον εγνώριζε όλη η κοινωνία της Σύρου. Εδώ όταν ήλθε και απέθανε, του στείλανε τρεις κάσες τρία αφεντικά του, κάσες για φέρετρα δηλαδή. Διότι και δω εδούλευε τα κοφίνια πάλι των μανάβηδων και τον ξέρανε πού ήταν καλότατος ο άνθρωπος. Τον ξέρανε οι πλούσιοι να πούμε πού είχανε λεφτά. Επέθανε ο Ντομένικος ο Ρόκος, λέγανε. Να τοΰ στείλουμε ένα κασόνι. Ήρθε ένα, ξανάρθε άλλο, ξανάρθε άλλο. Λογάριασε τί άνθρωπος ήταν. Δεν μπορώ να σας παραστήσω τον πατέρα μου, Θεός σχωρές την ψυχούλα του. Μας αγάπαγε. Πέθανε νεώτατος. Πέθανε σαράντα τεσσάρω χρονού, τον οποίο εμείς τον εστεναχωρέσαμε τα παιδιά του και τα τρία. Τον εστεναχωρέσαμε πολύ και πέθανε ο άνθρωπος.
Πρώτα τον εστεναχώρησα εγώ πού ήμουν ο πρώτος. Αφού του λέγανε ο γιός σου ο χασικλής, εμένα βρε παλιάνθρωπε, ποιος από το σόι μας ήτανε τέτοιος, να είσαι και συ; Στεναχωριόντανε. Και στεναχωριόντανε με τον δεύτερο το Λινάρδο πού τρελάθηκε. Κατόπιν με τον Φραγκίσκο ο οποίος δεν εστεκόταν, όλο φυλακή ήτανε, όλο εκτύπαγε, όλο μάλωνε, όλο κάτι φασαρίες, κάτι καυγάδες, και τον πηγαίνανε φυλακή. Με χρόνους δηλαδή φυλακή έξι εφτά μήνες, δύο τρία χρόνια. Ό μικρός, πέθαν’ αυτός τώρα, και που δεν έχει κάνει φυλακή. Μέχρι την Κέρκυρα πήγε. Στην Κέρκυρα, στη Λειβαδιά, εδώ στην Αθήνα. Κι έτσι πικραμένος πήγε ο πατέρας μας, Θεός σχωρές τον, πικραμένος.
Από το βιβλίο της Αγγελικής Βέλλου - Καΐλ, Μάρκος Βαμβακάρης. Αυτοβιογραφία, Παπαζήση, Αθήνα, 1978.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου